Cart

Η Δύναμη της Αγάπης απέναντι σε μια μεταδοτική Ασθένεια Κύριο

Our picks of the most adorable dressy spring clothes for boys and girls Our picks of the most adorable dressy spring clothes for boys and girls

Μια ομάδα ανθρώπων που είχαν ξεχάσει να γελούν ή να κλαίνε, και είχαν αναγκαστεί από μια σκληρόκαρδη κοινωνία να ζουν ως υπάνθρωποι, απλώς και μόνο επειδή είχαν κολλήσει μια μεταδοτική ασθένεια (η οποία μάλιστα θεραπεύεται), τώρα πια χαμογελούν με τη χαρά που ξεχειλίζει απ’ την καρδιά τους, και αισιοδοξούν να ξαναχτίσουν μια όμορφη ζωή. Εκείνοι που ήταν κάποτε οι απόκληροι της κοινωνίας, τώρα αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες της Δύναμης της Αγάπης. Διαβάστε αυτή την ιστορία και θα μάθετε πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν ‘τόπο αγάπης’ οπουδήποτε, αν οι προθέσεις μας είναι αγνές και αν βασιζόμαστε στον Θεό, και μόνο στον Θεό.

- Από παλιότερη δημοσίευση του radiosai.org , 1-11-2007

 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΕΝΑΝ ΤΟΠΟ ΑΓΑΠΗΣ

(Το πρωτότυπο άρθρο εδώ: https://media.radiosai.org/journals/Vol_05/01NOV07/06-sai_seva.htm)

Το Άσραμ Naya Bazaar Kustha βρίσκεται σε μικρή απόσταση από την ‘πόλη του χάλυβα’, τη Ρούρκελα της Ορίσα, ενός κρατιδίου της βορειοανατολικής Ινδίας. ‘Kustha’ στα Ορίγια (στη γλώσσα του κρατιδίου αυτού) σημαίνει ‘λέπρα’. Σε αυτόν τον καταυλισμό, με τις ερειπωμένες αχυροσκεπείς χωμάτινες καλύβες, ζουν περίπου 300 άνθρωποι, χαρακτηρισμένοι ως λεπροί και ισόβιοι απόκληροι της κοινωνίας, καταδικασμένοι σε μια ζωή εξορίας, ανέχειας και εγκατάλειψης.

Έτσι ήταν τα πράγματα πριν από πέντε χρόνια, όμως τώρα πια (Σημ: το άρθρο δημοσιεύτηκε το 2007) έχουν αλλάξει πολύ. Τώρα, αυτό το μέρος έχει μεταμορφωθεί σε τόπο αγάπης, η οποία μπορεί να μετατρέψει ακόμα και τον πιο σκληρόκαρδο άνθρωπο σε ‘Μητέρα Τερέζα’ ή σε ‘Μαχάτμα Γκάντι’. Είναι συγκλονιστική η μεταμόρφωση που έλαβε χώρα σε αυτό το καταφρονημένο από όλους μέρος, χάρη στους εργάτες του Σάι που ζουν στη γύρω περιοχή, και αποτελεί μαρτυρία της Δύναμης της Αγάπης που είναι ο Μπαγκαβάν Μπάμπα. Κατ’ αρχάς, οι εθελοντές του Σάι, δεν τους αποκαλούν ‘λεπρούς’. Εξηγούν:

«Δεν τους αποκαλούμε ποτέ λεπρούς, αλλά ‘Ναράγιανας’ (ενσαρκώσεις του Θεού). Δεν χρειάζεται να τους υπενθυμίζουμε την κατάστασή τους και ένα δυσοίωνο μέλλον, χρησιμοποιώντας μια λέξη που τους θυμίζει την ασθένειά τους – αλλά χρησιμοποιούμε ένα όνομα που τους υπενθυμίζει την αληθινή τους φύση – τη Θεότητα».

Σε αυτό το άρθρο, θα χρησιμοποιούμε κι εμείς τον όρο ‘Ναράγιανα’ καθώς θα μοιραζόμαστε μαζί σας αυτή τη συγκινητική ιστορία μιας ομάδας ανθρώπων, που οι περισσότεροι θα προτιμούσαν να ξεχάσουν. Ο Βιβεκανάντα Σαχού, ένας πρώην σπουδαστής του Πανεπιστημίου του Μπαγκαβάν, ο οποίος κατάγεται από την πολιτεία της Ορίσα, μας παραθέτει αυτή τη συγκινητική μαρτυρία:

  

 

Ξηρασία στην Καρδιά

Κοντά στο Naya Bazaar υπάρχουν τέσσερις ακόμη καταυλισμοί, μέσα και γύρω από την Ρούρκελα – η Ντουργκαπούρ, η Αυλή OMP, η Τάρκουρα και ο Τομέας-6. Κάθε ένας φιλοξενεί περίπου 250-300 Ναράγιανας. Αυτή η περιοχή της δυτικής Ορίσα έχει τον μεγαλύτερο αριθμό Ναράγιανας σε ολόκληρο το κρατίδιο, και ειδικά στην Επαρχία Σούντεργκαρ.

Οποιοδήποτε απόγευμα, μπορεί κανείς – αν έχει το κουράγιο – να ακολουθήσει τον χωματόδρομο που οδηγεί στην Αποικία Λεπρών Naya Bazaar και να δει την Σάντι να διακοσμεί το άγαλμα του Σρι Ράμα με λουλούδια champa στον τοπικό ναό, για τα εσπερινά μπάτζαν. Έπειτα θα την δείτε να βάζει μια γιρλάντα από γιασεμιά και κατιφέδες γύρω από μια φωτογραφία του Μπαγκαβάν Μπάμπα˙ με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Κάτω από τη φωτογραφία γράφει: «Γιατί να φοβάστε όταν Εγώ είμαι εδώ;»

Μετά από τα μπάτζαν, ίσως εκείνη να σας μιλήσει για το πώς ο Σουάμι μεταμόρφωσε τη ζωή της, από κατάρα σε ευλογία. Με δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά της, αφηγείται πώς είχε διαγνωστεί με λέπρα όταν ήταν ακόμη στην εφηβεία. Τα μέλη της οικογένειάς της φοβήθηκαν ότι θα κολλούσαν κι εκείνα την ασθένεια κι έτσι την έβαλαν σε απομόνωση, σε ένα δωμάτιο στην άκρη του χωριού. «Τις πρώτες εβδομάδες έκλαιγα συνέχεια και αναρωτιόμουν, ‘Γιατί σε μένα’;», λέει η Σάντι. Έπειτα από έξι μήνες στην απομόνωση, την πήγαν σε μια κλινική και δεν ξαναείδε την οικογένειά της έκτοτε. «Ένιωσα εγκαταλελειμμένη από την ίδια μου την οικογένεια, όμως αυτή ήταν η μοίρα και δεν μπορούσα να κατηγορήσω να κανέναν». Η ασθένεια την έκανε να μην αισθάνεται το δεξί της πόδι, το οποίο έφτασε σε σημείο που έπρεπε να ακρωτηριαστεί. Τον καιρό που βρισκόταν στην κλινική, συνάντησε τον σύζυγό της – ο οποίος επίσης έφερε το στίγμα της λέπρας.

Η ιστορία της Σάντι είναι απλώς μία από τις εκατοντάδες στον καταυλισμό. Όλοι οι 250 κάτοικοι έχουν κάποια παρόμοια ιστορία. Είναι όλοι απόκληροι της κοινωνίας, έχοντας αντιμετωπίσει την περιφρόνηση όλων. Ακόμα και αν θεραπευτούν με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, εξακολουθούν να παραμένουν εξοστρακισμένοι από την κοινωνία. Όταν κάποιος κολλήσει λέπρα, σύντομα τον εγκαταλείπουν όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι. Η λέπρα είναι κολλητική, και καθώς η ασθένεια σιγοτρώει τα χέρια και τα πόδια τους, οι Ναράγιανας απομακρύνονται αναγκαστικά από την κοινωνία.

Δεν μπορούν να βρουν δουλειά και συχνά καταλήγουν να ζητιανεύουν για να επιβιώσουν, διαβιώντας σε υποτυπώδεις καταυλισμούς. Είναι τέτοια η κοινωνική απόρριψη, που ακόμα και αν πολλοί θεραπεύονται από τη θανατηφόρα ασθένεια, καταλήγουν να ζουν σε απομονωμένους καταυλισμούς. Όσοι την κόλλησαν, είναι καταδικασμένοι να ζουν και να πεθαίνουν ξεχασμένοι και ταπεινωμένοι. Αν και τα πληγωμένα μέρη του σώματός τους δεν τους προκαλούν πόνο, η ζωή τους είναι γεμάτη από βαθύ συναισθηματικό πόνο. Το στίγμα που έχουν αποκτήσει, είναι χειρότερο από το να παρακολουθούν τα μέρη του σώματός τους, όπως την άκρη της μύτης και τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών τους, απλώς να εξαφανίζονται.

Σε τέτοιες άθλιες συνθήκες, ζουν στον καταυλισμό περίπου 300 οικογένειες. Επιβιώνουν με ένα πενιχρό κρατικό επίδομα, το οποίο πολλοί ενισχύουν υφαίνοντας ρούχα. Όμως, η κύρια απασχόλησή τους είναι η επαιτεία. Πολλοί από τους ανάπηρους που στέκονται έξω από τους ναούς ή σε διασταυρώσεις της Ρούρκελα φέρουν τα σημάδια της λέπρας. Ένας άνδρας, που έχει χάσει αρκετά δάχτυλα, είπε ότι φεύγει σπάνια από τον καταυλισμό επειδή οι άνθρωποι έξω είναι πολύ εχθρικοί.

Ξεχασμένοι, σακατεμένοι και δίχως ελπίδα βελτίωσης, ζουν σε καταυλισμούς τους οποίους σπανίως επισκέπτονται άλλοι άνθρωποι. Εγκαταλειμμένοι από το κράτος και την κοινωνία, οι Ναράγιανας βρίσκουν συχνά παρηγοριά σε κακές συνήθειες όπως το ποτό και τα ναρκωτικά.

 

Η Δύναμη της ‘Αγνής Αγάπης’

Ήταν το 1985, όταν η ατμόσφαιρα στον καταυλισμό άρχισε να μεταμορφώνεται ραγδαία. Εμπνευσμένοι από την Αγνή Αγάπη του Δασκάλου τους, του Μπαγκαβάν Μπάμπα, μια ομάδα ενθουσιωδών νέων του Σάι ήρθαν σε αυτό το ‘ξεχασμένο από τον Θεό’ μέρος για να σπείρουν τους σπόρους της Θεϊκής Αγάπης. Αποφασισμένοι να υπηρετήσουν τους κατοίκους του καταυλισμού, βρήκαν μέσα στον εαυτό τους την αγάπη, την υπομονή και την επιμονή που απαιτούνταν για επιτύχουν τον σκοπό τους – αρετές τις οποίες αποδίδουν σε μια Δύναμη πολύ πέρα από τη δική τους. Έτσι, άρχισε να διαδραματίζεται μια ασύλληπτη ιστορία προσφοράς, απέναντι σε δυσθεώρητα εμπόδια, η οποία απεικονίζει το ακατανίκητο πνεύμα του ανθρώπου – όλα σύμφωνα με το σχέδιο του Θεϊκού Σκηνοθέτη.

Η πρώτη δοκιμασία που ανέλαβαν οι νέοι ήταν να θερμάνουν τις καρδιές των κατοίκων του καταυλισμού, οι οποίες είχαν παγώσει από τον πόνο τόσων χρόνων σκληρότητας. Κάθε απόγευμα, οι Νέοι του Σάι μοιράζονταν τον χρόνο τους και την καλή τους θέληση, κοιτώντας τους στα μάτια, ακούγοντάς τους και εμπνέοντάς τους με λόγια παρηγοριάς. Στην αρχή, συνάντησαν καχύποπτες και ελαφρώς εχθρικές αντιδράσεις, όμως οι νέοι επέμειναν στην προσπάθειά τους.

Σιγά σιγά, οι νέοι κέρδισαν την εμπιστοσύνη τους και πέτυχαν την πρώτη δοκιμασία: να ενσταλάξουν αυτοσεβασμό και αυτοεκτίμηση στις καρδιές αυτών των καταφρονημένων ψυχών. Συμβαίνουν πανέμορφα πράγματα όταν ανακτούμε τη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής. Οι Ναράγιανας, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει κάθε ελπίδα για αγάπη από κανέναν, βρήκαν τώρα ζεστά βλέμματα, καρδιές γεμάτες κατανόηση και χαμόγελα συμπόνιας. Οι καρδιές τους, παγωμένες από μια ζωή εγκατάλειψης, άρχισαν τώρα να ζεσταίνονται. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πώς ήταν δυνατόν οι Νέοι του Σάι να είναι τόσο διαφορετικοί από τους υπόλοιπους εκεί έξω.

Ήθελαν να μάθουν τι τους έκανε να επιδεικνύουν τέτοια ανιδιοτελή αγάπη και ενδιαφέρον. Οι Σεβαντάλ κατάλαβαν στο σημείο αυτό ότι δεν αρκούσαν μόνο τα λόγια. Περίμεναν υπομονετικά την γλώσσα της αγάπης, την τόσο υπέροχη και βαθιά, για να μεταδώσουν την γλυκύτητα και τη δύναμη της Συμπαντικής Καρδιάς που παλλόταν πίσω κάθε τους πράξη, και μια μέρα αυτό συνέβη – το τείχος έπεσε και τα δάκρυα κύλησαν άφθονα.

Ο Γκοπάλ, ένας ηλικιωμένος άντρας που ήταν στον καταυλισμό για περισσότερα από 30 χρόνια, με τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά του, είπε, «Αυτή είναι η πρώτη φορά που κάποιος μου μίλησε με τόση αγάπη και σεβασμό, γιε μου!» Πολλοί Ναράγιανας εξακολουθούσαν να μην μπορούν να καταλάβουν τον λόγο που οι Σεβαντάλ, γεμάτοι από την πηγή της νιότης, παρατούσαν τα ελεύθερα απογεύματά τους για να περάσουν χρόνο μαζί τους. Ήθελαν να μάθουν περισσότερα για την έμπνευση αυτών των νέων.

Αυτό που συνέβη στη συνέχεια άλλαξε τη ζωή τους για πάντα. Εν είδει εξήγησης, οι νέοι τραγούδησαν το τραγούδι ‘Αγάπη που περπατά με Δύο Πόδια’ – για το φαινόμενο που λέγεται Μπαγκαβάν Σρι Σάτυα Σάι Μπάμπα, και για τις ακτίνες της αγάπης Του που αγγίζουν εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Ακούγοντας την υπέρτατη ιστορία αγάπης μεταξύ ανθρώπου και Θεού, οι Ναράγιανας βρήκαν κάποιον που μπορούσε να λυτρώσει τη ζωή τους. Με απερίσπαστη προσοχή και πυρωμένες καρδιές, άκουγαν για αυτό το θαύμα της αγάπης. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια τους, έτσι όπως ένας σπόρος που έχει φυτευτεί στο χώμα βλασταίνει μόλις το μουσκέψει η πρώτη βροχή.

 

 

Απεριόριστη Ανιδιοτελής Υπηρεσία

Σε μια προσπάθεια να εξομαλύνουν τις ζωές των φορέων της λέπρας, οι νέοι του Σάι άρχισαν να εγείρουν την προσοχή άλλων ανθρώπων σχετικά με τα βάσανα των Ναράγιανας και να δουλεύουν για να βελτιώσουν τη θέση των μελών του καταυλισμού μέσα στην κοινωνία. Έπρεπε να πολεμήσουν με την προκατάληψη ότι οι Ναράγιανας έχουν ασθενήσει εξαιτίας των αμαρτιών που διέπραξαν σε προηγούμενες ζωές. Οι νέοι δεν κουράζονταν ποτέ να εξηγούν στους ανθρώπους ότι το να δείχνουμε αγάπη προς τον συνάνθρωπο είναι ο ισχυρότερος τρόπος να λάβουμε τις ευλογίες του Θεού.

Πέραν από τη μεταμόρφωση που έφερε αυτό στη ζωή των Ναράγιανας, οι επιπτώσεις που είχε αυτή η σέβα (προσφορά υπηρεσίας) επάνω στους ίδιους τους Νέους του Σάι ήταν συγκλονιστικές. Έχοντας εργαστεί κοντά σε αυτούς τους Ναράγιανας, γνωρίζουν πλέον ότι το να έχουμε ένα ‘φυσιολογικό’ σώμα δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένα θαύμα, και ορισμένες από τις εμπειρίες που έχουν όταν προσφέρουν αυτή την υπηρεσία, είναι απλά εκπληκτικές.

Μια από αυτές αφορά έναν νεαρό άνδρα, ο οποίος καθάριζε τις πληγές των Ναράγιανας με αφοσιωμένη και ολόψυχη προσήλωση. Μετά από λίγο καιρό, άρχισε και ο ίδιος να παρατηρεί ότι έχανε την αίσθηση του δεξιού του χεριού, το οποίο μούδιαζε – ένα πρώιμο σημάδι λέπρας! Κατά έναν απίστευτο τρόπο, τον κυρίευσε ένα αίσθημα παραίτησης, αφού είχε την πεποίθηση ότι αυτό του συνέβη ενώ υπηρετούσε αυτούς που το είχαν τόσο ανάγκη. Προσευχήθηκε απλώς στον Μπαγκαβάν να του δώσει αρκετή δύναμη για να συνεχίσει να υπηρετεί. Κατά θαυματουργό τρόπο, όλα τα συμπτώματα εξαφανίστηκαν! Έχουν περάσει ήδη δέκα χρόνια από τότε που συνέβη αυτό το περιστατικό κι εκείνος συνεχίζει να υπηρετεί τους Ναράγιανας με τεράστιο ζήλο και αγάπη! Είναι ασύλληπτος ο τρόπος που ο Κύριος φροντίζει τους εργάτες Του.

Ένας άλλος εθελοντής σεβαντάλ περιγράφει την έμπνευση που τον ωθεί να εργάζεται στον καταυλισμό ως εξής: «Επιλέγω να εργάζομαι μαζί τους, διότι τα παιδιά Ναράγιανας είναι η πιο δυστυχής, η πιο παραμελημένη ομάδα στην κοινωνία μας˙ στερούνται τα πάντα, χωρίς να έχουν φταίξει σε τίποτα. Γεννιούνται από μολυσματικούς γονείς, και χάνουν τα πάντα από την αρχή – από την εκπαίδευση έως την διασκέδαση. Η λέπρα δεν είναι κληρονομική, όμως τα υγιή παιδιά των ασθενών της λέπρας είναι καταδικασμένα να περνούν τη ζωή τους σε ανθυγιεινές και άθλιες συνθήκες. Στερούνται οποιαδήποτε σωματική, κοινωνική, μορφωτική, επαγγελματική και πολιτιστική καλλιέργεια».

Με τον καιρό, έχουν υιοθετηθεί από τον Οργανισμό Σάι πέντε καταυλισμοί λεπρών, που αριθμούν 2000 ανθρώπους,. Άρχισαν με τμήματα Μπαλ Βίκας για τα παιδιά, και επεκτάθηκαν σε μπάτζαν, Ναράγιενα Σέβα και σε άλλες δράσεις. Διοργανώνονται ακόμη και ιατρικά καμπ, καθώς και τμήματα που διδάσκουν σάντανα (πνευματική άσκηση).

 

 

Με την Αγάπη, Όλα είναι Δυνατά

Η ομάδα προσφέρει τεχνητά μέλη σε ανθρώπους που τα έχουν χάσει, κατά τη λεγόμενη ‘Ημέρα Αναπηρίας’. Μια φορά το μήνα, το ιατρικό καμπ δίνει την ευκαιρία να καθαριστούν οι πληγές και να αλλαχτούν οι γάζες των Ναράγιανας από τους εθελοντές νέους του Σάι. Η δυσωδία που αναδίδουν οι πληγές είναι συχνά αφόρητη, και απαιτεί κάθε ίχνος αποφασιστικότητας του ανθρώπου για να ολοκληρώσει το έργο. Οι εθελοντές και οι γιατροί εντοπίζουν επίσης ασθενείς που χρήζουν περαιτέρω ιατρικής παρακολούθησης και τους παραπέμπουν στα τοπικά νοσοκομεία και στους ειδικούς.

Ένας τέτοιος Ναράγιανα, ας τον πούμε Τζέι, παραπονιόταν για έντονο στομαχόπονο. Η εξέταση έδειξε ότι είχε έναν όγκο στο στομάχι. Οι εθελοντές του Σάι πήγαν τον Τζέι σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο, όπου οι γιατροί συνέστησαν άμεση επέμβαση. Η επέμβαση θα κόστιζε 20.000 ρουπίες, και άλλο τόσο θα κόστιζε η μετεγχειρητική φροντίδα και τα φάρμακα. Οι εθελοντές έκαναν μεγάλη προσπάθεια να συλλέξουν το απαιτούμενο ποσό μεταξύ τους, αφού 40.000 ρουπίες δεν είναι και λίγες! Όμως η έλλειψη πόρων δεν τους αποθάρρυνε από το να προχωρήσουν – έπρεπε να προσφέρουν τη σωστή θεραπεία στον Τζέι, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να δυσκολευτούν οι ίδιοι.

Οι σέβακς του Σάι κατέθεσαν το απαιτούμενο ποσό στο νοσοκομείο και η επέμβαση άρχισε. Μετά από επτά αγωνιώδεις ώρες, οι γιατροί επέστρεψαν από το χειρουργείο θριαμβευτικά. Είχαν αφαιρέσει έναν όγκο 3,5 κιλών από την κοιλιά του ασθενή, προς μεγάλη ανακούφιση όλων. Οι διευθύνοντες του νοσοκομείου, βλέποντας την ανιδιοτελή στάση των εργατών του Σάι, θέλησαν να μιλήσουν μαζί τους. Είχαν συγκινηθεί από την δυστυχία του ανθρώπου και από το ενθουσιώδες πνεύμα αυτοθυσίας αυτών των νέων. Είπαν, «Η αφοσίωση και η αφιέρωσή σας σε έναν συνάνθρωπο, ο οποίος σας είναι εντελώς άγνωστος, είναι αξιομίμητη και μας γεμίζει έμπνευση. Επιτρέψτε μας να λάβουμε κι εμείς μέρος σε αυτή την αποστολή ανιδιοτελούς υπηρεσίας. Θα αφαιρέσουμε τις 20.000 ρουπίες που αφορούν τα μετεγχειρητικά έξοδα. Και στο μέλλον, θα φροντίζουμε όποιον ασθενή μας φέρνετε, εντελώς δωρεάν». Περιττό να πούμε ότι οι Σεβαντάλ δεν ήξεραν τι να πουν, καθώς πλημμυρισμένοι από χαρά συλλογίζονταν πώς η ευωδιά της Αγάπης του Θεού γεμίζει τους άλλους με συμπόνια, με τέτοια δύναμη.

 

Μια Νέα Ζωή για τους Εγκαταλειμμένους

Υπάρχουν κι άλλες πτυχές της ζωής των Ναράγιανας τις οποίες κατάφεραν να βελτιώσουν οι Νέοι του Σάι. Η σκληρή καθημερινή πραγματικότητα τους αναγκάζει να ζητιανεύουν – αφού παραδοσιακά αυτός είναι ο τρόπος να βγάζουν τα προς το ζην σε μια κοινωνία που δεν τους επιτρέπει να εργαστούν. Έτσι, συναντούμε αυτούς τους Ναράγιανας έξω από ναούς ή στο δρόμο, να επαιτούν. Δυστυχώς, το καλοκαίρι, η Ρούρκελα μετατρέπεται σε καυτό φούρνο, σχεδόν σαν τους φούρνους του Εργοστασίου Χάλυβα της Ρούρκελα, κάνοντας ακόμα και την άσφαλτο στο δρόμο να λιώνει υπό τον ήλιο! Κανείς δεν τολμά ούτε να βγει έξω αυτούς τους καυτούς μήνες, εκτός από εκείνους που είναι αναγκασμένοι να ζητιανέψουν για να ζήσουν. Διακινδυνεύοντας να πάθουν ηλίαση, οι Ναράγιανας συνήθιζαν να βγαίνουν, μην έχοντας άλλη επιλογή – διαφορετικά, θα πέθαιναν από την πείνα.

Αυτή ήταν η τραγική κατάστασή τους μέχρι που η ομάδα του Σάι ήρθε σε διάσωσή τους με μια πρωτοβουλία που λέγεται ‘Amrutha Kalash’ – ‘Δοχείο με Νέκταρ’. Πλέον, κάθε οικογένεια του Σάι κρατά μια χούφτα ρύζι κάθε μέρα. Όταν η νοικοκυρά μαγειρεύει για την οικογένεια, ένα μέρος του ρυζιού φυλάσσεται στην άκρη για τους ζητιάνους, ενώ ψάλλεται το ‘Σάι Ραμ’. Όταν φτάσουν οι καυτοί καλοκαιρινοί μήνες, η ομάδα συλλέγει όλο το ρύζι που έχει φυλαχτεί, μαζί με άλλα τρόφιμα, από τα σπίτια των πιστών, και τα μοιράζει στους καταυλισμούς, σε ποσότητες που αρκούν για δύο μήνες. Για μια οικογένεια, ίσως να μην είναι μεγάλο πράγμα, όμως για τους Ναράγιανας είναι σωτήριο!

 

Υψώνοντας την Αγάπη…

Σε μια από τις τακτικές επισκέψεις τους στους καταυλισμούς, κάποιοι πιστοί παρατήρησαν ότι οι Ναράγιανας είχαν μεγάλη δυσκολία να αντλήσουν νερό από το πηγάδι. Τα ακρωτηριασμένα τους δάχτυλα δεν τους επέτρεπαν να πιάσουν το σκοινί για να τραβήξουν τον κουβά με το νερό. Η οικονομική δυσχέρεια δεν αποθάρρυνε τον Οργανισμό Σάι από το να βελτιώσει αυτή την κατάσταση. Είκοσι μέρες μετά την σύλληψη της αρχικής ιδέας, γεννήθηκε ένα έργο υδροδότησης του καταυλισμού, όταν έφεραν μια ηλεκτρική αντλία που έφερνε νερό από μια υπερυψωμένη δεξαμενή. Τώρα οι Ναράγιανας έχουν άμεση πρόσβαση σε καθαρό πόσιμο νερό, ανοίγοντας απλώς τη βρύση – κάτι το οποίο είναι άλλωστε δικαίωμά τους.

Η Σαρίτα Μα, μια κυρία 72 ετών, χαμογέλασε περιχαρής όταν, μετά την απαγγελία των βεδών και τα μπάτζαν, εγκαινιάστηκε το έργο καθώς το νερό ξεχύθηκε και γέμισε ένα πήλινο δοχείο. Εκείνη κουβάλησε το δοχείο στο ναό και ζήτησε από τον ιερέα να κάνει αμπισέκαμ (λατρευτική τελετουργία) για τον ‘Σάι της’, πρώτα από όλα! Έφερε στον νου μας την αφοσίωση της Σάμπαρι στον Κύριο Ράμα, όπως αναφέρεται στο έπος της Ραμάγιανα.

 

Από Λεπροί, Φωτοδότες της Αγάπης

Τα παιδιά του καταυλισμού Naya Bazaar είναι πια στην τρίτη τάξη των Μπαλ Βίκας. Ξέρουν να απαγγέλουν τις Βέδες ‘Ρούντραμ’ και ‘Τσαμακάμ’ με ορθό τρόπο. Ενθαρρύνονται να συνεχίσουν και να ολοκληρώσουν το σχολείο στο τοπικό σχολείο που τους έχει προσφέρει η κυβέρνηση και μερικοί άξιοι και λαμπροί μαθητές υποστηρίζονται από τον Οργανισμό ώστε να σπουδάσουν και να πάρουν το πτυχίο τους.

Παρόλο που οι συνθήκες διαβίωσής τους και η εμφάνισή τους είναι θλιβερές, η πίστη τους στον Θεό είναι πλέον παραδειγματική και το πνεύμα τους ακμαίο. Ποιος, αν όχι μια ενσάρκωση της Αγνής Αγάπης, μπορεί να εμπνεύσει τέτοιες ασύλληπτα ανιδιοτελείς πράξεις και να μεταμορφώσει κοινούς θνητούς σε θεϊκά όντα. Είθε να κάνουμε τη ζωή μας μια εποποιΐα Αγνής Αγάπης όπως η δική Του – και όπως ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, ο οποίος επίσης από αγάπη για τον Θεό ωθήθηκε να φροντίσει τέτοιους Ναράγιανας, ας προσευχηθούμε:

 

"Κύριε, κάνε με ένα εργαλείο της ειρήνης Σου

Όπου υπάρχει μίσος, ας σπέρνω αγάπη

Όπου υπάρχει πόνος, συγχώρεση

Όπου υπάρχει αμφιβολία, πίστη

Όπου υπάρχει απελπισία, ελπίδα

Όπου υπάρχει σκότος, φως

Και όπου υπάρχει θλίψη, χαρά.

 

Ω, Θεϊκέ Κύριε,

Κάνε να μη ζητώ τόσο να με παρηγορούν, όσο να παρηγορώ

Όχι να με καταλαβαίνουν, όσο να καταλαβαίνω

Όχι να με αγαπούν, όσο να αγαπώ

Διότι στο δόσιμο είναι που λαμβάνουμε

Στη συγχώρεση είναι που συγχωρούμαστε

Και στο θάνατο είναι που γεννιόμαστε στην Αιώνια Ζωή".

 

 

Log In or Register